Άγιος Ιουστίνος Πίρβου, ο «πρίγκιππας της Ορθοδοξίας» – Χαρισματικός πνευματικός, έκανε τα πνευματικά του παιδιά, να λάμπουν μετά τήν εξομολόγηση!!!
Όλα αυτά τα χρόνια ο π. Ιουστίνος, ως ιερέας μέσα στις (ρουμανικές) φυλακές, πήρε την απόφασι να κρατήση σιωπή, να κατεβή στα βάθη της ταπεινώσεως και να υποφέρη για χάρι των αδελφών του, ιδιαιτέρως δε των ασθενών.

Άκουγε την εξομολόγησι συγκρατουμένων του τόσο μέσα στο κελλί του όσο και σ’άλλα κελλιά, επικοινωνώντας μαζί τους με σήματα ‘Μόρς’, για να μη γίνουν αντιληπτοί από τους φύλακες.
Το να σώση τις ψυχές των αδελφών του έγινε ο πρωταρχικός του σκοπός, η χαρά της έγκλειστης ζωής του.
Ο ζήλος, η προσευχή, η αγάπη για το Θεό και το συνάνθρωπο βοήθησαν τους κρατουμένους να επιβιώσουν μέσα στις φοβερές συνθήκες των φυλακών.
Ο π. Ιουστίνος τελούσε τη θ. Λειτουργία είτε πάνω στο στήθος του είτε πάνω στο στήθος κάποιου βαρειά αρρώστου, έχοντας μόνο ένα μικρό κομμάτι ψωμιού για να κοινωνήση εκατό ανθρώπους.
Το ψωμί το έκρυβε στη φόδρα του παλτού του και τη θεία Κοινωνία την έδινε κρυφά σ’όποιον πήγαινε στο κελλί του.
Διαφορετικά, την έκρυβε στον χώρο των λουτρών και υποδείκνυε το σημείο στους συγκρατουμένους του με σήματα Μορς.
Διηγείται ο ίδιος ένα από τα πολλά περιστατικά που έζησε·
«Ήμουν στο αναρρωτήριο, επειδή υπέφερα από ηπατίτιδα για αρκετό καιρό.
Εκεί ήταν ένα νέο παιδί 28 χρονών, ο Κωνσταντίνος Herban, ο οποίος είχε κίρρωσι και είχε αρχίσει να αποσυντίθεται.
Νύχτα – μέρα φώναζε, έκλαιγε, ούρλιαζε.
Είχε να κοινωνήση 4 χρόνια και αυτό τον βάραινε ψυχικά.
Τον εξομολόγησα τα ξημερώματα προσπαθώντας να μη γίνουμε αντιληπτοί από τους φύλακες, οι οποίοι συχνά κοίταζαν από την κλειδαρότρυπα μη τυχόν μας βρούν γονατιστούς να προσευχώμαστε.
Δεν ήξερα τι να κάνω και είπα στους συγκρατουμένους μου να ζητήσουμε λίγο κρασί από το γιατρό μας, γιατί ως άρρωστοι το δικαιούμασταν για να δυναμώσουμε.
Μας το έδωσαν!
Έτσι, κρυφά σε μία γωνία, μακριά από τα βλέμματα των φρουρών, τέλεσα τη θ. Λειτουργία, λέγοντας απ’ έξω όσες ευχές θυμόμουν.
Κοινώνησα τον άρρωστο νέο ο οποίος αναπαύθηκε εν Κυρίω τρεις ημέρες αργότερα.
Έλεγε ο π. Ιουστίνος : Όσο πιο πολύ αγαπάς, τόσο περισσότερο θυσιάζεις τον εαυτό σου.
Επειδή είχε υποφέρει πολύ στη ζωή του, έβαζε τις ανάγκες και τις θλίψεις των ανθρώπων πάνω από τη δική του άνεση, απομόνωση, μοναχικό κανόνα και λειτουργική ζωή.
Προσπαθούσε να τούς βοηθήσει όλους, ενσταλάζοντας στις ψυχές τους την ελπίδα και τη χαρά.
Ο π. Γεώργιος CALCIU, μιλώντας για τον π. Ιουστίνο ως πνευματικό πατέρα, έλεγε ότι είναι ένας χαρισματικός πνευματικός, πού κάνει τα πνευματικά του παιδιά να λάμπουν μετά την εξομολόγηση.
Τα ανακουφίζει από τα βάρη των αμαρτιών και τα καθοδηγεί χωρίς να καταπιέζει ή να επεμβαίνει στη σκέψη τους.
Δεν είναι τόσο ο λόγος του όσο το Πνεύμα το άγιο πού κατοικεί μέσα του, κι αυτό είναι απόρροια της υπομονής πού έκανε στις φυλακές, της αγάπης πού είχε, αλλά και της έμπονης προσευχής του.
Μία μαρτυρία του Ιερομόναχου Ιουστίνου Πέτρε – Ι.Μ. Αγ.Κασσιανού Δοβρουτζά Ρουμανίας:
Ως πνευματικός μου έδωσε ένα μάθημα που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
Είχα κάνει ένα λάθος, αλλά δεν με είχε θλίψει και τόσο η αμαρτία μου, το πήρα επιπόλαια.
Πήγα στον πατέρα Ιουστίνο για να εξομολογηθώ:
«Πάτερ, έκανα το τάδε πράγμα»!
Κοίταζα τα μάτια του για να δω την αντίδρασή του: Θα με μαλώσει, θα μου φωνάξει, τι θα κάνει;
Δεν είπε τίποτα.
Άφησε το κεφάλι του κάτω ως συνήθως.
Τον κοίταξα προσεκτικά και τότε τα έχασα από την αντίδραση του γέροντα.
Έκλαιγε.
Πραγματικά έκλαιγε.
Από τα μάτια του έτρεχαν άφθονα δάκρυα.
Την στιγμή εκείνη κατάλαβα την βαρύτητα του αμαρτήματός μου, και τότε άνθισε μέσα μου, για πρώτη φορά, η αυθεντική μετάνοια.
Αυτή ήταν η δύναμή του.
Σε έκανε να αισθάνεσαι συντριβή για τα αμαρτήματά σου χωρίς να σου πει κάτι.