Ο Ιερομάρτυρας Βενιαμίν γεννήθηκε το 1873 στον οικισμό Νιμένσκιϊ πογκόστ, στην περιοχή Κάργκοπολ, Περιφέρεια Ολονέτς, σε οικογένεια ιερέα. Κατά το Βάπτισμα έλαβε το όνομα Βασίλειος.
Το 1883, ξεκίνησε να φοιτά σε Θεολογικά εκπαιδευτήρια στην πόλη Κάργκοπολ.
Μετά την αποφοίτησή του, συνέχισε τις σπουδές του στην Ιερατική Σχολή της πόλης Ολονέτς. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του, ως ένας από τους καλύτερους φοιτητές, πήγε να σπουδάσει με κρατική υποτροφία στη Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης. Το 1895, ο Βασίλειος εκάρη μοναχός με το όνομα Βενιαμίν και χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και το επόμενο έτος ιερομόναχος.
Το 1897, ο ιερομόναχος Βενιαμίν αποφοίτησε από τη Θεολογική Ακαδημία και διορίστηκε καθηγητής της Αγίας Γραφής στην Ιερατική Σχολή της Ρίγας, και το επόμενο έτος διορίστηκε επιθεωρητής της Ιερατικής Σχολής του Χολμσκ. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, διορίστηκε επιθεωρητής της Ιερατικής Σχολής της Αγίας Πετρούπολης. Το 1902 τοποθετήθηκε πρύτανης του Ιερατικής Σχολής της Σαμάρας και το 1905 πρύτανης της Ιερατικής Σχολής της Αγίας Πετρούπολης. Το 1910, ο Αρχιμανδρίτης Βενιαμίν χειροτονήθηκε Επίσκοπος Γδοβ και Βικάριος της Εκκλησιαστικής Επαρχίας της Αγίας Πετρούπολης.
Το 1917, στη Σύναξη της Εκκλησιαστικής Επαρχίας, εξελέγη επικεφαλής της Επαρχίας της Πετρουπόλεως με απόλυτη πλειοψηφία. Άνθρωπος με ακηλίδωτο βίο, ήρεμος και ειρηνικός, ο Επίσκοπος Βενιαμίν ήταν ο πρώτος από τους αρχιερείς της Πετρούπολης που ταξίδεψε σε όλη την Επισκοπή, πότε με μεταφορικά μέσα και πότε με τα πόδια, και επισκέφτηκε έτσι και τις πιο απομακρυσμένες και ξεχασμένες ενορίες της.
Στις 13 Αυγούστου του 1917, ο Αρχιεπίσκοπος Βενιαμίν ανυψώθηκε σε Μητροπολίτη.
Ο Μητροπολίτης Βενιαμίν και ο Επίσκοπος Κρονστάνδης Βενέδικτος (Πλότνικοβ) έξω από το αυτοκίνητο το οποίο τους μετέφερε από τα κρατητήρια στο δικαστήριο.
Στις 23 Φεβρουαρίου του 1922, η Πανρωσική Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή εξέδωσε διάταγμα για την κατάσχεση εκκλησιαστικών τιμαλφών με σκοπό να βοηθήσουν αυτούς που υπέφεραν από την πείνα.
Στις 5 Μαρτίου ο Μητροπολίτης Βενιαμίν υπέβαλε σχετικό αίτημα στις αρχές και στις 6 Μαρτίου κλήθηκε στο Σμόλνι για διαπραγματεύσεις.
Εκεί δήλωσε ότι δεν ήταν αντίθετος στο να παραδώσει τα τιμαλφή, αλλά επιθυμούσε να μην προσβληθούν τα θρησκευτικά αισθήματα των πιστών, δηλαδή, το εγχείρημα να έχει χαρακτήρα θυσίας και όχι κατάσχεσης.
Οι αρχές με τον τρόπο που αντέδρασαν δημιούργησαν την εντύπωση ότι είχαν αποδεχθεί την πρόταση του Μητροπολίτη, αλλά την επόμενη φορά, στις 14 Μαρτίου, όταν ήρθαν εκπρόσωποι του Μητροπολίτη, τους ανακοίνωσαν ότι οι αρχές δεν αποδέχονται τις εθελοντικές δωρεές, αλλά ότι ενδιαφέρονται μόνο για κατάσχεση.
Στις 19 Μαρτίου του 1922, ο Λένιν απευθυνόμενος προς τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου υπαγόρευσε επιστολή, στην οποία αποτυπώνονταν με σαφή τρόπο η στάση του απέναντι στην Εκκλησία.
Την 1η Ιουνίου, ο Μενζίνσκι, μέλος του Κολλεγίου της Κρατικής Πολιτικής Διεύθυνσης και επικεφαλής του Ειδικού Τμήματός της, και ο Σαμσόνοβ, επικεφαλής του Μυστικού Τμήματος της Μυστικής Επιχειρησιακής Διεύθυνσης, έστειλαν το ακόλουθο τηλεγράφημα στο Περιφερειακό Τμήμα της Κρατικής Πολιτικής Διεύθυνσης της Πετρούπολης:
Στις 10 Ιουνίου, άρχισε η δίκη εις βάρος του Μητροπολίτη Βενιαμίν στην αίθουσα της Φιλαρμονικής της Πετρούπολης, με κατηγορουμένους ογδόντα επτά άτομα. Ο Μητροπολίτης ήταν ο πρώτος που ανακρίθηκε.
«Πείτε μας, κατηγορούμενε Καζάνσκι», τον ρώτησε ο εισαγγελέας, «ποια είναι η στάση σας απέναντι στη σοβιετική εξουσία»; – «Η στάση μου απέναντι στη σοβιετική εξουσία ήταν πάντα μια στάση νομιμότητας.
Ο δικηγόρος του Μητροπολίτη, ο οποίος μίλησε στο τέλος των αγορεύσεων, ισχυρίστηκε πειστικά με την αγόρευσή του ότι το δικαστήριο δεν απέδειξε τις κατηγορίες, και κάλεσε τέλος τους δικαστές: «Πολίτες δικαστές… μην δημιουργείτε αγίους μάρτυρες…».
Στις 4 Ιουλίου, οι κατηγορούμενοι είχαν την ευκαιρία να πουν την τελευταία τους λέξη. Πρώτος μίλησε ο μητροπολίτης Βενιαμίν.
Στις 5 Ιουλίου, το δικαστήριο καταδίκασε τον Μητροπολίτη Βενιαμίν και ορισμένους άλλους κατηγορούμενους σε θάνατο με εκτέλεση.
Για το πόσο πολύ η συμπεριφορά του Μητροπολίτη Βενιαμίν στη φυλακή επηρέαζε τους φύλακες φαίνεται από την αναφορά της διοίκησης των φυλακών, στην οποία περιγράφεται ότι ο Μητροπολίτης προσευχόταν δεκατέσσερις ώρες την ημέρα και οι φύλακες άρχισαν να αρνούνται να εκτελούν τα καθήκοντά τους.
Οι εσωτερικές ανησυχίες του Μητροπολίτη Βενιαμίν αποτυπώθηκαν σε μια επιστολή προς ιερέα, που είχε γράψει ο ίδιος λίγες ημέρες πριν από την εκτέλεση: «Στην παιδική και εφηβική μου ηλικία διάβαζα τους βίους των αγίων και θαύμαζα τον ηρωισμό τους, τον ιερό ενθουσιασμό τους.
Οι καιροί έχουν αλλάξει. Ανοίγει η δυνατότητα να υποφέρουμε εξαιτίας των δικών μας αλλά και των ξένων για χάρη του Χριστού.
Είναι δύσκολο, είναι πολύ βαρύ να υποφέρουμε, αλλά όσο αυξάνουν τα βάσανα, περισσεύει και η παρηγοριά του Θεού. Είναι δύσκολο να περάσουμε αυτόν τον Ρουβίκωνα, αυτό το όριο και να παραδοθούμε ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού.
Όσο τα βάσανα έφταναν στο απόγειό τους, άλλο τόσο αυξανόταν και η παρηγοριά. Είμαι χαρούμενος και ειρηνικός, όπως πάντα. Ο Χριστός είναι η ζωή, το φως και η ανάπαυσή μας. Είναι πάντα καλά μαζί Του… Τώρα είναι η ώρα της κρίσης.
Το Σάββατο, στις 12 Αυγούστου, γύρω στις 11 το βράδυ, έβγαλαν από τα κελιά τους καταδικασμένους σε εκτέλεση. Ο Μητροπολίτης Βενιαμίν και μαζί του ο Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Σέϊν), ο Γιούρι Νοβίτσκι και ο Ιωάννης Κοφσάροφ εκτελέστηκαν στις 13 Αυγούστου του 1922 στο πολύγωνο Ρζέφσκι στα περίχωρα της Πετρούπολης, στο δάσος δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή Ιρινόφσκαγια, και ενταφιάστηκαν σε άγνωστο ομαδικό τάφο.
Ηγούμενος Δαμασκηνός (Ορλόβσκι) «Επίλεκτοι βίοι νεομαρτύρων και ομολογητών της Ρωσίας. Εκδόσεις Ιεράς Σταυροπηγιακής ανδρώας Μονής Εισοδίων της Θεοτόκου «Όπτινα Πούστιν», 2017.
Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα
Иоанновский ставропигиальный женский монастырь



