Η ακύρωση ενός ραντεβού έκρυβε μία από τις πιο ουσιαστικές συναντήσεις που είχα ποτέ.
Ακούγεται τετριμμένο αλλά επαληθεύεται κάθε φορά ότι τίποτε δεν συμβαίνει τυχαία. Και προσωπικά, ποτέ δεν πίστεψα στην τύχη. Από το φύλλο που έφτασε η ώρα του να πέσει από το δέντρο, μέχρι και πολύ πιο σπουδαία και σημαντικά για εμάς τους ανθρώπους γεγονότα, όπως λ.χ. μία απρόβλεπτη, μα διόλου τυχαία γνωριμία.
Σήμερα, ο δρόμος με έφερε στα Άνω Πατήσια για κάποια δουλειά. Καθώς είναι σχεδόν ακατόρθωτο να βρεις θέση στάθμευσης στην περιοχή, άφησα το αυτοκίνητο και πήρα το τραίνο.
Βγαίνοντας από τον σταθμό, βρίσκεσαι σε μια μικρή ταλαιπωρημένη πλατεΐτσα χαρακτηριστική του ελληνικού αστικού τοπίου. Στο αριστερό σου χέρι η Εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας με όμορφες όπως και μερικές σπάνιες αγιογραφίες, όπως αυτή του Χριστού και των Αγίων Νηπίων καθώς μπαίνουμε αριστερά.
Επιστρέφοντας στην μικρή πλατεΐτσα τριγύρω στα παγκάκια κάθονται άστεγοι με βασανισμένα πρόσωπα και σώματα. Οι διαβάτες που περνούν βιαστικά - μάλλον πολύ βυθισμένοι στις δικές τους σκέψεις και έννοιες - είναι σαν να μη τους βλέπουν. Δεν μπορείς παρά να δεις την αντίθεση: δύο διαφορετικοί κόσμοι στα λίγα τετραγωνικά της πλατείας: ο κόσμος που βιάζεται, κι εκείνος που λες κι ο χρόνος έχει παγώσει σε κάποια στιγμή, σε κάποιο γεγονός που στάθηκαν αφορμή για την προσωπική τραγωδία των θαμώνων της μικρής πλατείας.
Με αυτές τις εικόνες και τις σκέψεις συνέχισα βιαστικά τον δρόμο μου καθώς ήμουν επικίνδυνα κοντά στο να αργοπορήσω στο ραντεβού.
Φτάνοντας πληροφορήθηκα ότι λόγω κάποιας ξαφνικής βλάβης στον υπολογιστή δεν θα ήταν δυνατόν να προχωρήσουμε, και συνεπώς το ραντεβού θα έπρεπε να ματαιωθεί και να οριστεί νέα ημερομηνία, κάτι που και έγινε.
Με την χαρά ενός σχολιαρόπαιδου που ακυρώνεται το μάθημα λόγω ασθενείας του καθηγητή, είπα 'ευχαριστώ' κι έφυγα.
Βγαίνοντας από το κτίριο κατευθύνθηκα προς τον σταθμό με την πρόθεση να πάρω το επόμενο τραίνο και να επιστρέψω σπίτι. Άλλωστε, είχε πιάσει και κάπως λίγη ζέστη.
Περνώντας από την πλατεία, παρατήρησα ότι κάποιοι από τους αστέγους είχαν φύγει. Καθώς πλησίασα τις σκάλες του σταθμού, είδα έναν ηλικιωμένο κύριο με τα λιγοστά υπάρχοντά του να κάθεται κοντά στις σκάλες. Δίπλα του ένας όμορφος γατούλης με κομμένη ουρά ξαπλωμένος νωχελικά. Μου έκανε εντύπωση που μέσα στο τόσο λιγοστό βιός του, είχε μεριμνήσει να δίνει νερό στα περιστέρια και τον γάτο μέσα σε ένα κυπελλάκι παγωτό.
Όλο του το νοικοκυριό εννιά πράγματα: δύο παλιά μαξιλάρια από καρέκλες φερ φορζέ, ένα φούτερ, μία ροζ κουβερτούλα, μία σακκούλα, τρία μπουκάλια νερό και το κυπελλάκι του παγωτού με νερό για την παρεούλα του τον γάτο και τα περαστικά περιστέρια.
Δεν βιαζόμουν να γυρίσω σπίτι.
Μετά τις καλησπέρες και τα συνηθισμένα πιάσαμε την κουβέντα. Η συζήτηση κυλούσε αβίαστα, απλά, χωρίς προσποιήσεις. Κι ύστερα ήρθαν τα δύσκολα: το τροχαίο που του πήρε γυναίκα και κόρη. Εκείνος δεν βρισκόταν στο αυτοκίνητο. Και μετά η κατάρρευση. Ο ερχομός πίσω στην Ελλάδα. Η αστεγία. Δάκρυα κυλούσαν από τα καλοκάγαθα γαλάζια μάτια του. Δεν ήξερα τι να πω. Να του πω να μη στεναχωριέται; Μα, μπορείς να πεις σε έναν άνθρωπο που έχασε γυναίκα και κόρη και τώρα ζει στους δρόμους να μη στεναχωριέται; Να μη στεναχωριέται που έχασε την οικογένειά του ή να μη στεναχωριέται που ζει στους δρόμους; Υπάρχει από τα δύο κάποιο λίγο καλύτερο ή χειρότερο; Και πως να πετάξεις τέτοια κοτσάνα και να μη φανείς κάφρος; Προτίμησα να μη μιλήσω και να ακούω μόνο. Και τί να πω, όταν στο μυαλό μου ερχόταν ο στίχος του Παλαμά "ντρέπομαι για τη ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου"...
Κάποια στιγμή, νοιώθοντας ενοχές που τον έκανα να θυμάται, μόνο και μόνο για να σπάσω την συγκίνησή του, είπα να κεραστούμε κάτι. Επιστρέφοντας, είχε ετοιμάσει το ένα μαξιλαράκι από τα φερ φορζέ και είχε επίσης βάλει και το φούτερ για να καθίσω να μη στέκομαι. Δεν δέχθηκα, όμως εντυπωσιάστηκα από την φιλοξενία του και ντράπηκα που νόμισε ότι χρειάζομαι πολυτέλειες. Είχα όμως μία σακκούλα μαζί μου για το σούπερ μάρκετ και κάθισα εκεί πάνω για να συνεχίσουμε τη συζήτηση.
Στο μεταξύ, ξύπνησε κι ο γάτος που είχε όρεξη για χάδια κι άρχισε να ξαπλώνει το κεφάλι του επάνω στα πόδια μου. Μετά από πολλά, βαρέθηκε κι άρχισε τις βόλτες.
Είχαμε κλείσει μία ώρα συζήτηση κι όσο τον άκουγα, τόσο έπιανα τον εαυτό μου να λέει μέσα μου "είδες;", "ακούς;". Όπως όταν κάποιος μας δίνει διδάγματα και προσπαθούμε να τα εντυπωθούμε.
Ούτε μία φορά δεν τον άκουσα να παραπονεθεί. Ούτε μία φορά δεν τον άκουσα να κατηγορήσει τη ζωή, ενώ θα μπορούσε, γιατί όπως κατάλαβα δεν του είχε χαριστεί τίποτε, μάλλον ολοένα κάτι του αφαιρούταν. Μπροστά μου είχα έναν άνθρωπο ειλικρινά ευγενή και αξιοπρεπή, που δεν συναντάς πάντα στα σαλόνια, όπου θα ήταν αναμενόμενο.
Η ώρα περνούσε και κόντευε πια εφτά. Έπρεπε να γυρίσω. Η περιοχή αυτή δεν ενδείνκυται για απογευματινές και ακόμη χειρότερα βραδυνές ώρες.
Αποχαιρετηθήκαμε με μία εικόνα του Αγίου Παΐσίου. Στην ερώτησή μου να διαλέξει μία από τις εικονίτσες που έχω πάντα μαζί μου, ήταν ο Άγιος Παΐσιος που ήθελε. Μάλιστα, μου αποκάλυψε πως ο Άγιος Παΐσιος του έστειλε έναν "τυχαίο" άνθρωπο κάποτε, ο οποίος του έδωσε 50 ευρώ που χρειαζόταν. Ευτυχώς, είχα μαζί μου μία δική του εικόνα, κι έτσι χάρηκε.
Φεύγοντας, μου είπε ξαφνικά και δίχως αφορμή: "Να πολεμάς στη ζωή. Μην φοβάσαι και εγκαταλείπεις". Περίεργο, διότι δεν του μίλησα καθόλου για μένα.
Στον γυρισμό, μέσα στο τραίνο, σαν να είχε ξεκαθαρίσει κάποιο τοπίο που δεν είχα αντιληφθεί.
Ένας άνθρωπος που εκτός από τον εαυτό του δεν κατέχει απολύτως τίποτε άλλο στον κόσμο, γιατί τα μπουκάλια νερό θα καταναλωθούν και θα πεταχθούν, και τα δύο κακοπαθημένα μαξιλάρακια από φερ φορζέ, όπως και η φτωχική κουβερτούλα και το φούτερ ενδέχεται να κλαπούν, μου έδωσε μαθήματα που έπρεπε να ακούσω.
Γιατί πρέπει πάντα να εκτιμούμε και να τιμούμε τη ζωή. Γιατί πραγματικά δεν είναι τίποτε δεδομένο. Γιατί πραγματικά οι περισσότεροι από εμάς είμαστε πολύ τυχεροί που έχουμε ένα σπίτι να μπούμε μέσα, νερό να πλυθούμε και να πιούμε, κι ένα πιάτο ζεστό φαΐ, κι όμως είτε γκρινιάζουμε, ενώ στην καλύτερη περίπτωση απλώς δεν τους δίνουμε σημασία.
Αυτό όμως που θα ήθελα να σας πω με αυτή μου την αληθινή ιστορία, δεν είναι τόσο τα προσωπικά μαθήματα που πήρα απόψε, αλλά μία παράκληση, την οποία μου την μετέφερε ο ίδιος ο κύριος Π. ως εμπειρία του και όχι ως παράκληση.
Μου είπε τα εξής: "Έχω δεχθεί τόση καλοσύνη από τους ανθρώπους. Έρχονται και μου φέρνουν φαγητό κάθε μέρα. Άλλοι μου δίνουν λεφτά. Δεν μου λείπει τίποτε. (!!!!!!!!) Όμως, μια κουβέντα που θα κάτσουν να κάνουν μαζί μου, είναι πολύ σπουδαία. Με βοηθάει".
Αγαπητοί αναγνώστες, μέσα στην ημέρα σίγουρα υπάρχει και χρόνος για τον διπλανό μας που βρίσκεται σε ανάγκη.
Ένα ζεστό φαΐ και μια κουβέρτα στηλώνει το τσακισμένο κορμί που ζει στους αφιλόξενους δρόμους, μία κουβέντα, όμως, ένα "καλημέρα, σε βλέπω, είσαι κι εσύ όπως κι εγώ" στηλώνει την ψυχή και είναι κάποιες φορές που όταν ζεις εκεί έξω αυτό μετράει περισσότερο την ώρα της απόγνωσης.
Έτσι όπως ήμουν καθισμένη κοντά του, και βρισκόμασταν στο ίδιο ύψος, και περνούσαν από πάνω μας οι άνθρωποι, κατάλαβα ότι εμείς οι άνθρωποι δεν διαφέρουμε σε τίποτε ο ένας από τον άλλον. Είναι ψευδαίσθηση η προοπτική από την οποία βλέπουμε τους άλλους και νομίζουμε ότι είμαστε διαφορετικοί ή καλύτεροι. Έτσι καθισμένη, λοιπόν, στο ίδιο ύψος με τον κ. Π. και τους ανθρώπους από πάνω να περνούν, είδα την πιο απλή αλήθεια, που εμείς οι Χριστιανοί την γνωρίζουμε από την Αγία Γραφή, αλλά δεν την τηρούμε.
Αυτά...
Ευχαριστώ, κύριε Π. για την παρέα!
Μαριγώ Ζαραφοπούλα
Θερμότατες ευχαριστίες!
Καί πολλά ειλικρινή συγχαρητήρια επίσης γιά τό “πλησίασμα” καί τόν διάλογο μέ τόν άστεγο Πατέρα.
Υπέροχη η προσωπική αυτή εμπειρία της Μαριγώς Ζαραφοπούλας, που περιέχει σπάνια καί πολύτιμα διδάγματα γιά τόν καθένα μας!
Τόσο ανθρώπινο καί συγκινητικό τό περιστατικό αυτό μέ τόν άστεγο ηλικιωμένο στόν Σταθμό του Ηλεκτρικού στά Ά. Πατήσια.
Η διήγηση αγγίζει κάθε ψυχή καί μας υποχρεώνει νά σκεφθούμε βαθύτερα, ξεφεύγοντας από τό στενό μας περίγυρο καί τήν ρουτινιάρικη καθημερινότητά μας.
Εύγε σου Μαριγώ!
Κατοικος Ανω Πατησιων ειμαι και μαζι με τον κυριο Π. ,αναγνωρισα και ποσο “απανθρωπος” ειμαι εκ μερους μου
Θ.Ζ.