Ώ, Σ υ γ κ λ ο ν ι σ τ ι κ ό !
Ονομάζομαι Θεόφιλος Περπερίδης.
Γεννήθηκα το 1912 στα Αμπέλια (Esiroglu) της Τραπεζούντας, ένα χωριό κοντά ση Τρίχας το γεφύρ’ που, η παράδοση ήθελε να χωρίζει σαν λεπτή τρίχα τη γη από τον Παράδεισο.
Είμαι το τέταρτο κατά σειρά και τελευταίο γεννημένο παιδί του Δημήτρη και της Σουμέλας, φιλήσυχων αγροτών που καλλιεργούσαν με σεβασμό και αγάπη το ευλογημένο αμπέλι.
Στις αρχές του 1922, μετά τις μαζικές σφαγές των περισσοτέρων Ελλήνων του Πόντου και λίγο πριν από τη μικρασιατική καταστροφή, οι Τούρκοι έψαχναν λυσσασμένα αφορμές για να εξοντώσουν και τους τελευταίους επιζώντες από εμάς.
Κατηγόρησαν τον πατέρα μου, επίτροπο στην εκκλησία του Άη Γιώργη, για κρυφή χρηματοδότηση του ελληνικού στρατού από το παγκάρι του ναού.
Ήταν πλέον επικηρυγμένος.
Έπρεπε να κρύβεται.
Τη μέρα ζούσε σαν αγρίμι στο βουνό και τα βράδια κατέβαινε εξουθενωμένος και καμουφλαρισμένος στο σπίτι μας, να μας φιλήσει έναν έναν και να χαϊδέψει τη φουσκωμένη κοιλιά της μάνας μας που περίμενε το πέμπτο τους παιδί.
Κύλησαν μερικοί μήνες μέσα σε αυτό το κλίμα φόβου και αγωνίας.
Τα γεγονότα μάς πρόφτασαν και με την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου στο Σαγγάριο, κληθήκαμε όλοι οι κάτοικοι του χωριού να μαζευτούμε στο λιμάνι της Τραπεζούντας για να ταξιδέψουμε στη «μάνα πατρίδα».
Η μητέρα μου συνεννοήθηκε κάποιο βράδυ με τον πατέρα μου να βρίσκεται κι αυτός εκεί την ώρα του απόπλου, αλλά μεταμφιεσμένος, όπως συνήθιζε τους τελευταίους μήνες.
Ζήτησε από εμάς να μην τον φωνάξουμε, σε περίπτωση που τον αναγνωρίσουμε, γιατί ήταν σίγουρη ότι οι Τσέτες, που τον παρακολουθούσαν όλο το προηγούμενο διάστημα, θα παραμόνευαν και στο λιμάνι…
Μαζευτήκαμε από νωρίς στην προκυμαία με την έγκυο μάνα μου και τα τρία μεγαλύτερα αδέρφια μου.
Καρδιοχτυπούσαμε να ανταμώσουμε τον πατέρα μας.
Δεν μας ένοιαζε ούτε που πηγαίναμε, ούτε πώς θα τα καταφέρναμε• μόνο να σμίξουμε σαν οικογένεια και να γλιτώσουμε από τα λυσσαλέα δόντια των απηνών διωκτών μας.
Η ώρα του απόπλου ζύγωνε και ο πατέρας δεν εμφανιζόταν.
Επιβιβαστήκαμε αποκαρδιωμένοι.
Ξαφνικά, πρόβαλε μπροστά μου ένας ρακένδυτος γενειοφόρος με καλυμμένο το κεφάλι.
Η χαρά της παιδικής μου καρδιάς ήταν τόσο πηγαία και δυνατή που μονομιάς αναφώνησα «Πάπα, πάπα!!!»
Ένας Τσέτης που μας παρακολουθούσε από την αρχή, τράβηξε το όπλο του και πυροβόλησε τον πατέρα εν ψυχρώ.
Έσπευσε με αλαλαγμούς η μάνα μου να τον βαστάξει και την πυροβόλησε και αυτή, μαζί με το αγέννητο παιδί τους…
Εγώ, με την ψυχή στο στόμα, έτρεξα και κρύφτηκα, με την ελπίδα ότι θα με έβρισκε μετά από λίγο κάποιο από τα αδέρφια μου.
Διαψεύστηκα οικτρά.
Δεν τα ξαναείδα ποτέ.
Δεν έμαθα αν επέζησαν ή αν δολοφονήθηκαν κι αυτά.
Έφτασα στο λιμάνι του Πειραιά μετά από μέρες που φάνηκαν σαν σκοτεινοί αιώνες.
Πεντάρφανος και απαρηγόρητος.
Με ένα αίσθημα βαθιάς ενοχής που θα με συνόδευε μέχρι να κλείσω τα μάτια μου…
Τον πρώτο καιρό με φιλοξένησαν σε ένα ορφανοτροφείο των Αθηνών.
Εκεί με είδε και με ευσπλαγχνίστηκε ένας άνθρωπος του Θεού και με πήρε παραγιό του στο φαρμακείο που διατηρούσε στην πρωτεύουσα.
Κοντά του έμαθα να εργάζομαι υπεύθυνα και έζησα τα εφηβικά μου χρόνια με οικογενειακή θαλπωρή.
Δεν ξεχνούσα, όμως, όσα είχα ζήσει.
Γι’ αυτό και από τα πρώτα που πράγματα που μερίμνησα να κάνω ήταν να αναρτήσω στην τζαμαρία του φαρμακείου, αλλά και πέριξ αυτού σε διάφορα σημεία της γειτονιάς, τα στοιχεία της ταυτότητάς μου με την έκκληση να επικοινωνήσει μαζί μου όποιος μπορεί να γνώριζε εμένα ή τους δικούς μου από τον Πόντο.
Ένα φθινοπωρινό πρωινό του 1931, τηλεφώνησαν κάποιοι στον κύρη μου και του είπαν ότι βρέθηκαν ξαδέρφια της μητέρας μου από τα Αμπέλια που εγκαταστάθηκαν στο χωριό Σφενδάμη της Πιερίας και με αναζητούσαν.
Λυπήθηκα που θα άφηνα την Αθήνα και τους φιλόξενους ανθρώπους της, αλλά σκίρτησα στην ιδέα ότι θα έβρισκα συγγενείς από τα μέρη μας.
Έφτασα στη Σφενδάμη όπου με υποδέχθηκαν δύο θείοι και με έβαλαν από την επομένη να δουλέψω στους κλήρους τους.
Μετά από κάνα δυο χρόνια, στα είκοσι ένα μου, μου προξένεψαν την Ελπίδα Παυλίδου, μια ορφανή από μητέρα που είχε καταφθάσει με τον πατέρα της από τον Πειραιά, έχοντας προηγουμένως αφήσει πίσω της την πατρογονική της εστία στην Αργυρούπολη του Πόντου.
Η Ελπίδα είχε καταφέρει να τελειώσει αρκετές τάξεις του δημοτικού σχολείου στον Πειραιά και διέφερε από τα κορίτσια του χωριού.
Κουβέντα περίσσια δεν ξεστόμιζε και ο πόνος της ορφάνιας και του ξεριζωμού ήταν βαθιά φωλιασμένος και σε αυτήν.
Κατάλαβα πως αυτός ο πόνος θα αποτελούσε τη μαγιά του γάμου μας και θα μας ένωνε για πάντα.
Στην πορεία αγαπηθήκαμε και αποκτήσαμε εννιά παιδιά: την Σουμέλα, τη Μαρία, την Ελένη, τη Μαργαρίτα, τον Δημήτρη, τον Πέτρο, την Καλλιόπη, την Φανή και τον Ηλία που «έφυγε» βρέφος για τον ουρανό.
Επέζησα από θαύμα της Παναγίας στο αλβανικό μέτωπο.
Επέστρεψα και ζήσαμε μαζί τα πέτρινα χρόνια της Κατοχής, του Εμφυλίου, της φτώχειας και της αδικίας, αλλά και της αγάπης της ακριβής: της μακρόθυμης και της ωφέλιμης• που δεν φθονεί, δεν καυχιέται, δεν ασχημονεί, δεν ζητά το συμφέρον της, δεν παροξύνεται, δεν σκέφτεται το κακό, δεν χαίρεται με την αδικία, αλλά συγχαίρει την αλήθεια• ανέχεται τα πάντα, πιστεύει τα πάντα, ελπίζει τα πάντα, υπομένει τα πάντα….
Έκλεισα τα μάτια μου, πλήρης βιωμάτων και θαυμάτων, στις 06/10/1991, επτά χρόνια πριν από τη γυναίκα μου την Ελπίδα.
Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν!
Η συγκλονιστική ιστορία του Θεόφιλου Περπερίδη από τον Πόντο
Σου ραγίζει η καρδιά σε αυτή την ιστορία…
Μία ακόμη Συγκλονιστική Ιστορία Προσφυγιάς ανάλογη μέ τό ”κόκκινο ποτάμι” αλλά καί τόν Ωκεανό των Παθών όλων των ξεριζωμένων….Ελλήνων και μή Χριστιανών της σκλαβωμένης Ιωνίας μας…