Πατήρ ΑΝΑΝΙΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗΣ +
Καὶ τότε οἱ Ἕλληνες μέσα στὸν Σταυρό τους, μέσα στὴ μεγάλη τους Παρασκευὴ ἀναγεννήθηκαν, ἀφοῦ ἀγκάλιασαν τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστὸ καὶ τὴ θλιμμένη Παναγιὰ καὶ ἦλθαν στὰ συγκαλά τους. Εἶδαν τὰ λάθη καὶ τὰ σφάλματά τους ὅλα, καὶ δὲν κατηγοροῦσαν πιὰ κανέναν παρὰ τὸν ἑαυτό τους ἔχοντας αὐτομεμψία.
Ἔγιναν μετανοημένοι ἁμαρτωλοί. Αἰσθάνθηκαν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγιὰ στὴν ψυχὴ καὶ στὴ ζωή τους. Καὶ ζοῦσαν σὰν ἀσκηταὶ καὶ καλόγεροι, μὲ ταπείνωση, μὲ ἀγάπη, με λιτότητα, μὲ ἐγκράτεια, μὲ σωφροσύνη καὶ μ᾿ ὅλο ἐκεῖνο τὸ μεγαλεῖο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, γιατὶ ἤπιαν ἀπὸ τὸ ἀθάνατο κρασὶ τῆς Φιλοκαλικῆς Ἀναγεννήσεως, ἀπὸ τὸ ἀθάνατο κρασὶ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Καὶ ζοῦσαν βίο ἔνθεο καὶ βίο χριστιανικό. Καὶ νά!
Ἄρχισαν οἱ πρῶτοι ἅγιοι νὰ βγαίνουν. Οἱ ἀπαρχὲς τῆς μεγάλης αὐτῆς δοκιμασίας, ἀλλὰ καὶ τῆς μεγάλης αὐτῆς μετανοίας, οἱ πρῶτοι ἐπαναστατικοὶ πνευματικοὶ πυρῆνες κατὰ τῆς Τουρκοκρατίας, οἱ πρῶτοι ἀντιστασιακοὶ ποὺ εἶναι οἱ ἅγιοι Νεομάρτυρες τοῦ δούλου γένους.
Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶπαν ὄχι στὸν τύραννο. Ὄχι μὲ τὰ ὅπλα τὰ συμβατικά, ἀλλὰ μὲ τὰ ὅπλα τὰ πνευματικά, μὲ τὰ ὅπλα τῆς ψυχῆς. Καὶ κράτησαν τὴν ἅγια πίστη μέχρι τὴν τελευταία τους πνοὴ καὶ ἀνάσα.
Καὶ ἐνῷ οἱ μουσουλμάνοι, οἱ ἄθεοι Τοῦρκοι, τοὺς ἔπαιρναν τὸ κεφάλι καὶ τὴ ζωή, ἐκεῖνοι ἔμεναν ὁλόπιστοι στὸν Χριστό. Καὶ τὰ σώματά τους, ἐνῷ εἶχε κοπεῖ τὸ κεφάλι, ἔμεναν ὄρθια. Καὶ τὴ νύκτα ἤρχετο θεῖο φῶς καὶ κατελάμπετο τὸ σῶμα τοῦ ἁγίου Νεομάρτυρος καὶ ἡ γύρω περιοχή, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ἔβλεπαν ἀκόμη καὶ οἱ Ὀθωμανοί. Καὶ θαύμαζαν κι ἐκεῖνοι. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρὶν λίγο εἶχαν φονεύσει τὸν Νεομάρτυρα. Ἐθαύμαζαν καὶ ἀποροῦσαν καὶ ἔλεγαν: «Τῶν γκιαούρηδων ἡ πίστη εἶναι ἀληθινή. Καὶ λάμπει σὰν τὸν ἥλιο. Ἐνῶ ἡ δικιά μας εἶναι κάλπικη καὶ ψεύτικη».
Γι’ αὐτὸ καὶ μπόρεσαν οἱ πρόγονοί μας στὴν Τουρκοκρατία καὶ ἄντεξαν καὶ βάσταξαν, βγῆκαν πέρα μέχρι τὸ τέλος. Ἀναρίθμητοι εἶναι, χιλιάδες πολλὲς οἱ γνωστοί Νεομάρτυρες· οἱ δὲ ἄγνωστοι ἀμέτρητοι καὶ ἀνείπωτοι.
ὁ θαυμαστὸς Ἅγιος Γέροντας Πορφύριος ἔλεγε:
Βοήθησαν οἱ Νεομάρτυρες τὰ μέγιστα, τὸ δοῦλον γένος, γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς χρωστᾶμε πολλά, πάρα πολλά. Βοήθησαν κι οἱ Κλεφταρματωλοί. Βοήθησαν καὶ οἱ δάσκαλοι τῶν Κρυφῶν Σχολειῶν· καλόγεροι, παπάδες, λαϊκοί. Βοήθησαν τὰ μέγιστα καὶ οἱ γυναῖκες. Οἱ Ἑλληνίδες, καὶ οἱ ὑπόλοιπες Ὀρθόδοξες, βοήθησαν τὰ μέγιστα στὴν ὑπόθεση τῆς διατηρήσεως τοῦ ἔθνους καὶ γένους ἡμῶν.
Κυρίως αὐτές. Γιατὶ ἡ μητρικὴ ἀγκάλη εἶναι ὁ πρῶτος ἄμβωνας καὶ ἡ μάνα εἶναι ὁ πρῶτος ἱεροκήρυκας ποὺ ἐνσταλάζει στὴν ψυχὴ τοῦ ἄπλαστου βρέφους τὰ θεῖα ρήματα, τὴν ἅγια πίστη, τη χάρη τοῦ Χριστοῦ, τὸ μεγαλεῖο τοῦ οὐρανοῦ, τὸ ἡρωικό στοιχεῖο τῆς Ἐκκλησίας.
Ποιές νὰ ποῦμε, ποιές νὰ θυμηθοῦμε καὶ ποιές νὰ ἀφήσουμε; Εἶναι τόσες πολλὲς καὶ περισσότερο οἱ ἀνώνυμες ποὺ πρόσφεραν θυσία καὶ λαμπάδα τὸν ἑαυτό τους στὴν ὑπόθεση τῆς πίστεὡς καὶ τῆς πατρίδος. Ἂς εἶναι ἡ μνήμη τους αἰωνία. Ας ἀγάλλονται ἐκεῖ στοὺς οὐρανούς, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς πολεμάρχους, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς γενναίους, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς γνωστούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς καὶ μοναχοὺς καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες καὶ ἐπώνυμους καὶ ἀνώνυμους. “Ἂς ἀναπαύονται καὶ ἂς μὴ μᾶς ξεχνᾶνε.
Ἕνα ἆσμα στὶς παραμονὲς τοῦ ᾿21 ἔλεγε:
Κρυφὰ τὸ λένε τὰ πουλιά, κρυφὰ τὰ λέν’ τ’ ἀηδόνια.
Κρυφὰ τὸ λέει ὁ Γούμενος ἀπὸ τὴν Ἅγια Λαύρα:
«Παιδιά, γιὰ μεταλάβετε, γιὰ ξεμολογηθεῖτε·
Δὲν εἶν᾿ ὁ περσινὸς καιρός, κι ὁ φετινὸς χειμώνας.
Μᾶς ἦρθε ἄνοιξη πικρή, τὸ καλοκαίρι μαῦρο,
γιατὶ σηκώθη πόλεμος καὶ πολεμᾶν τοὺς Τούρκους.
Νὰ διώξουμ’ ὅλη τὴν Τουρκιὰ ἢ νὰ χαθοῦμε οὖλοι».
Ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μᾶς ἐκράτησε στέρεους ἀνάμεσα στὸν Τοῦρκο καὶ στὸν Φράγκο. Ἀνάμεσα στὶς τόσες ἀντιξοότητες καὶ δυσκολίες. Ὁ Ἕλληνας σκλάβος τὸ τομάρι του δὲν τὸ ὅριζε. Τίποτα δὲν εἶχε δικό του. Εἶχε ὅμως δικὸ καὶ καταδικό του τὸν Χριστό, τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστημένο.
Ἔτσι εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη πίστη. Ἔτσι εἶναι ἡ Φιλοκαλική Ἀναγέννηση. Τὰ ὑπόγεια ρεύματα τῆς Φιλοκαλικῆς Ἀναγεννήσεως ἐξέβαλαν μέσα στὸν χῶρο τῆς Τουρκοκρατίας. Ἔπεφταν ἐκεῖ καὶ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔφτειαξαν μέσα στὸν Χειμῶνα τῆς σκλαβιᾶς καὶ τῆς τυραννίας μιὰ ὑπέροχη Ἄνοιξη.
Καὶ πῆραν τόση παρηγοριὰ οἱ σκλάβοι Ἕλληνες, ποὺ παρηγοροῦσαν ἀκόμη καὶ τὴν ἴδια τὴν Παναγιὰ τὴν Παρηγορήτρα. Πὼς θά ‘ρθει καιρὸς ποὺ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔπεσαν στοὺς Ὀθωμανοὺς θὰ ξαναγίνουν Ἑλληνικὰ καὶ Ὀρθόδοξα.
Ἡ ἅγια πίστη βοήθησε. Ὁ ἱερὸς κλῆρος κι ὁ μοναχισμός βοήθησαν τὰ μέγιστα. Τὸ λαϊκὸ στοιχεῖο, ἀφοῦ οἱ λόγιοι καὶ οἱ ὑπόλοιποι καὶ οἱ δυνάμενοι ἔφυγαν στὴν Δύση καὶ ὅπου ἀλλοῦ, ἔμεινε ἐδῶ ὁ φτωχὸς καὶ ὀρφανεμένος λαός. Χωρὶς Πολιτεία, χωρὶς βασιλεῖς, χωρὶς προστάτες, χωρὶς στρατό, χωρὶς τίποτα. Ἔρμαιο στοῦ βαρβάρου κατακτητοῦ τὴν ἐπιφορά. Καὶ ὅμως ἡ ἅγια Ἐκκλησιὰ ἀγκάλιασε τὸ ἔθνος τῶν Ἑλλήνων.
Ὅμως, ὅπως σημειώνει ὁ μεγάλος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ἡ ψυχὴ τῆς Ἐπαναστάσεως μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τον Ε’, στὴν ἀρχὴ εἴχαμε καὶ σύμπνοια καὶ ἑνότητα. «Ἄλλος ἔφερνε νερό, ἄλλος ψωμί, ἄλλος βόλια. Ἄλλος φύλαγε τὰ πρόβατα καὶ τὰ παιδιὰ τῶν ἀγωνιστῶν, καὶ εἶχαμε τέτοια ἑνότητα, ποὺ ἅμα δὲν μᾶς τὴν χάλαγαν αὐτοὶ πού ’ρθαν ἀπ’ ἔξω θὰ φθάναμε σε λίγο καὶ στὴν Πόλη. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς χάλασε δυστυχῶς εἶναι ἡ ἐπάρατη διχόνοια», ἡ ὁποία καὶ σήμερα μᾶς χαλᾶ.
Τὸν Μάρτιο τοῦ 1821 ἐσηκώθη πόλεμος κατὰ τῶν ἀπίστων, κατὰ τῶν ἀθέων, κατὰ τῶν τυράννων, κατὰ τῶν κατακτητῶν· «ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος».
«Γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν πίστη τὴν ἁγία καὶ τῆς πατρίδος τὴν ἐλευθερία». Καὶ μ᾿ ἕνα σύνθημα: «νὰ διώξουμε τὸν τύραννο ἢ ὅλοι νὰ χαθοῦμε» ἢ «Ἐλευθερία ἢ θάνατος».
Ἡ ἐλευθερία εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Εἶναι τὸ Πνεῦμα ἐκεῖνο τῆς ἐλευθερίας ποὺ ὕμνησε ὁ μεγάλος Ἐθνικός μας ποιητής, ὁ Διονύσιος Σολωμός. Εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς Ἐλευθερίας ποὺ βγῆκε ἀπ’ τὰ κόκκαλα τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά. Καὶ φωνάζει μαζὶ μὲ ὅλους «Χαίρε, ὦ χαῖρε ἐλευθεριά». Εἶναι τὸ Πνεῦμα ἐκεῖνο τῆς ἐλευθερίας ποὺ πῆγε στὴν Τριπολιτσά, ποὺ πῆγε στὸ Μεσολόγγι, ποὺ πῆγε στὰ Δερβενάκια. Ποὺ πῆγε καὶ ποῦ δὲν πῆγε.
Καὶ ὅπως λέει ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στη «Διήγηση τῶν συμβάντων τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς»: «ὁ πόθος γιὰ τὴν ἐλευθερία καὶ ἡ ἐπιθυμία μᾶς ἦλθαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σὰν μιὰ βροχή».
Ὅπως ἦλθε ἡ βουλὴ ἡ προαιώνιος στὴν Παρθένο Μαρία διὰ μέσου τοῦ Γαβριήλ, ὅτι θὰ ἐλευθερωθεῖ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔτσι ἦλθε ὁ πόθος καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας στοὺς σκλαβωμένους Ὀρθόδοξους Ἕλληνες σὰν μιὰ βροχὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό. «Μᾶς εἶπαν δὲ τρελοὺς ποὺ κάναμε τὴν Ἐπανάσταση. Μὰ ἂν δὲν εἴμαστε τρελοί, δὲν θὰ τὴν κάναμε».
Ὅταν ἄρχισαν εἶχαν μαγκοῦρες καὶ ἀξίνες καὶ μ᾿ αὐτὰ ἄρχισαν τὴν Ἐπανάσταση, ἀλλὰ εἶχαν τὴν βοήθεια καὶ τὴν σκέπη τοῦ Χριστοῦ καὶ μπόρεσαν ἐκεῖνοι οἱ ἀγύμναστοι, ἐκεῖνοι οἱ ἀπόλεμοι, ἐκεῖνοι οἱ φοβισμένοι καὶ δειλοί, ἐκεῖνοι οἱ λαγοὶ νὰ γίνουν λιοντάρια, νὰ γίνουν ἥρωες, νὰ γίνουν μεγάλοι.
Ὑπέγραψε ὁ Θεός μας τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδος μὲ τὸ σπαθί του Κολοκοτρώνη καὶ μὲ τὸ αἷμα τοῦ Πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε’, τοῦ ἐκ Δημητσάνης.